Ο Παράς κι ο Κουμπαράς

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

O Πολυχρόνης σάμπως και να 'χε πολλά χρόνια στο σακούλι του, ένεκα το όνομα, μα ήταν πάντα μπατίρης. Αλλά και τίμιος, καρδιά μάλαμα. Δεν ήταν σπάταλος ο καψερός, μήτε και ακαμάτης, μα τα 'φερνε δύσκολα βόλτα. Μπογιατζής και ασπριτζής, μα άσπρη μέρα δεν έβλεπε. Να το νοίκι, να το ηλεχτρικό, να και το ντουλάπι με τα φαγιά που τ' άδειαζε ο μπόμπιρας, ζωή να 'χει το παιδί, ήταν καλόφαγο. Η κυρά Ευτέρπη, η κυρά του σπιτιού, καλή νοικοκυρά, καλή μαγείρισσα σπούσε κάθε μέρα το κεφάλι πώς να γεμίσει το τσουκάλι ταπεινό φαΐ. Μπουχτίσανε φακές και φασολάδα και πατάτα βραστή. Ένα βράδυ ονειρεύτηκε καλοψημένο, μυρωδάτο κότσι από μικρό γουρουνάκι και τρέχαν βρυσούλα τα σάλια της στο μαξιλάρι. Απαρηγόρητος ο Πολυχρόνης, έσκαβε λακουβάκια στον πηχτό χυλό και φανταζόταν κάθε σπυρί φακής να 'τανε και φλουρί. Ανακάτευε με το κουτάλι, μασουλούσε μουρμουρητά:

«Αχ μωρέ γυναίκα και να γινότανε να αυγατίζαν τα παντέρμα τα φλουριά σαν τις φακές».

Η κυρά Ευτέρπη αναστέναξε και ξερογλύφτηκε γιατί γεμίσαν πάλι τα ρουθούνια ψητό κότσι. Κι επειδή η αναποδιά θέλει γέλιο να 'ναι υποφερτή, κι επειδή η γυναίκα είναι «διαόλου κάλτσα», η κυρά Ευτέρπη σκαρφίστηκε μπαγαποντιά.

Αγαπούσε τον τον Πολυχρόνη της, που 'ταν και κομμάτι αγαθούλης. Είχε πάντα ένα φλουρί στου πανταλονιού την τσέπη. Γούρι λέει. Δεν το χάλαγε, απ' την τσέπη δεν το 'βγανε, μήτε το φως του ήλιου το 'βλεπε, μήτε του φεγγαριού. Όχι, μισή αλήθεια. Ταχτικά, το 'βγαζε απ' τη μια τσέπη, σφιχτά χουφτωμένο στο χέρι και τ' άφηνε στην άλλη. Να βλέπουν λέει όλες οι τσέπες του παράδες. Κι ας είναι κι ένας. Σαν περπατούσε στο δρόμο, έχωνε το χέρι στην τρύπα και το 'πιανε. Το 'τριβε με το ύφασμα να ‘ναι γυαλιστερό, «να το δει η Τύχη από μακριά».

Η κυρά Ευτέρπη το μελέτησε. Ένα βράδυ ανοίγει το κουτί απ' τα μπισκότα που, μπισκότα δεν είχε πια, μα είχε παράδες για να πάρεις. Κουμπαράς να φανταστείς! Δέκα χρυσά φλουριά, το βιος για την κακιά την ώρα. Έπιασε ένα, το νότισε, το γυάλισε και το 'χωσε στην απέναντι τσέπη από το πανταλόνι, που έχασκε άδεια. Σούμα, δυο φλουριά. Από 'να κάθε τρύπα. Κι έπεσε στο πλευρό του Πολυχρόνη που τάραζε την κάμαρα με το ροχαλητό. Μωρέ, να του βάλει κι από 'να στα ρουθούνια να βουβαθεί η νύχτα; Σε καλό του…

Αξημέρωτα άνοιξε το μάτι ο μπογιατζής να πάει για μεροκάματο. Όλο το βράδυ στρούφιζε σα βίδα κάτω απ' τα σκεπάσματα, γιατί 'βλεπε ονείρατα παράξενα. Σηκώθηκε, έβαλε παντούφλες, άνοιξε το παραθύρι να πει καλημέρα στον ήλιο που 'βγαινε από την καμινάδα του γείτονα. Μη φανεί κι απ' τη γωνιά η κυρά των ονείρων του, η Τύχη, ν’ ανεβαίνει το στενό, παρέα με τη γάτα την Κατίνα.

Φόρεσε το πανταλόνι, έβαλε και το πουκάμισο, να και το πουλόβερ με τα ξέφτια και τις πιτσιλιές. Έψησε τον καφέ, ήπιε δυο γουλιές μεγάλες, σφυριχτές. Κι όσο αέρα ρούφηξε με το καϊμάκι του καφέ τον έδιωξε με δυο αναστεναγμούς. Η κυρά Ευτέρπη ξυπνητή, έστησε αυτί κάτω απ’ τα σκεπάσματα κι έπνιγε το χάχανο. Η παλάμη του Πολυχρόνη χώθηκε στην τσέπη και χούφτωσε το φλουρί για να χαρεί κι η άλλη. Κλινγκ! Τεντώθηκαν τ’ αυτιά, σηκώθηκε η τρίχα του, γουρλώσανε τα μάτια! Ανοίγει τη χούφτα και γυαλίσανε δυο φλουριά. Η κυρά Ευτέρπη, χαχάνιζε μέσα στο μαξιλάρι.

«Ξύπνα γυναίκα! Ξύπνα! Αβγατίσανε! Τα φλουριά αβγατίσανε!»

Η κυρά Ευτέρπη έκανε πως δεν ξέρει γρι και σταυροκοπιόταν για το «θαύμα». Γέλασε με την καρδιά της σαν τον είδε να κατεβαίνει το δρομί για τη δουλειά, καμπανοπηδώντας και σφυρίζοντας.

Τ’ άλλο πρωί ίδια μαντάτα. Τρία τα φλουριά. Ο Πολυχρόνης πήγε να χάσει το μυαλό του. Πληθαίναν τα φλουριά στις τσέπες σαν κοιμόταν! Έδωσε τα δυο στην κυρά Ευτέρπη να τα φυλάξει στο κουτί απ’ τα μπισκότα και της μήνυσε να πάρει κι ένα κουτί μπισκότα γεμάτο για το μπόμπιρα. Άφησε στην τσέπη μόνο το φλουρί το γούρικο. Δεν το ξεχώριζε, μα για να ‘γινε το ένα δυο και τα δυο τρία μάλλον γούρικα ήταν όλα. Έβγαλε το κεφάλι απ΄ το παραθύρι κι η γάτα η Κατίνα καθόταν απ’ όξω και γλυφόταν. Να ‘την η Κατίνα, να τη κι η κυρά Τύχη! Όλα καλά, δόξα τω Θεώ!

Κάθε πρωί η κυρά Ευτέρπη άφηνε κι από ‘να φλουρί στην τσέπη. Κι αυτό γυρνούσε πίσω στο κουτί. Εμέτρησε κιόλας εννιά φλουριά ο Πολυχρόνης. Στη μέρα με το δέκατο άρπαξε φωτιά το σπίτι του γείτονα. Τα ‘χαψε όλα. Έκατσε ο κυρ Μένιος στ’ αποκαΐδια κι έκλαιγε, να σου σπαράζει την καρδιά! Του Πολυχρόνη σπάραξε με το παραπάνω. Μια και δυο ανεβαίνει στην κυρά. «Ευτέρπη, τα δέκα φλουριά! Τα μαγικά!» Πριν προλάβει η κυρά Ευτέρπη να καταλάβει, τα φλουριά, που τάχα χάρισε η τύχη, μπήκαν σε σακούλι και κουδούνισαν στην ποδιά του κυρ Μένιου. «Μένιο, να με συμπαθάς, αυτά έχω μόνο, μα με την καρδιά στα δίνω. Κι άμα ματαστήσεις το σπιτικό θα στο ασπρίσω βερεσέ!». Φουρκισμένος με την κυρά Τύχη, φοβέρισε και τη γάτα την Κατίνα, να φύγει απ’ το δικό του σπιτικό, να ‘ρθει στου γείτονα.

«Α, μωρέ κυρά Τύχη, σαν καλά να μην τα λες. Τι ‘ναι τούτα;; Tζάμπα φλουριά στον ένα και συφορά στον άλλο; Πάρτα πίσω! Δεν τα θέλω!» κρουφομονολογούσε.

Γύρισε σκασμένος στο σπίτι και τα ‘πε της κυράς, πως τά δωσε τα φλουριά του Μένιου. «ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ!!» Η κυρά Ευτέρπη έπεσε στην καρέκλα, του θανατά… Να σκάσει ο κακομοίρης απ’ την τρομάρα του! Τι ‘ναι πάλι τούτο; Ιδρωκόπησε ο Πολυχρόνης να τη συνεφέρει. Σα συνήλθε η κυρά κι άνοιξε το μάτι, πιάνει αυτός το μπισκοτόκουτο, το βάνει στα γόνατα, τ’ ανοίγει και, μα τις χίλιες ταβανόβουρτσες(!), άλλο θάμα! Πήρε να ξύνει το κεφάλι, και να χασκογελά. Να ξύνει το πιγούνι, να χασκογελά.

«Ευτέρπη, δέκα φλουριά δεν είχαμε για την κακιά την ώρα;»

Κλαψούρισε η Ευτέρπη σαν το κουτάβι.

«Δέκα δεν εφανερώσανε στις τσέπες;»

Κλαψούρισε η Ευτέρπη σαν το κατσούλι.

«Δέκα δεν έδωσα του Μένιου;»

Ε, μα έσκαγε και πλάνταγε η Ευτέρπη.

«Γιατί μωρέ μετρώ είκοσι;»

Η Ευτέρπη έκοψε με μιας το κλάμα κι έχωσε το κεφάλι στο κουτί. Είκοσι φλουριά… δέκα φλουριά… το κότσι… ο κυρ Μένιος… και ξαναλιγοθυμά.

Ο Πολυχρόνης τη χάιδευε στο μάγουλο να συνέλθει, ανήσυχος και ανήξερος. Γυρνά στο παραθύρι.

«Κατίνα!!!! Στου γείτονα μωρέ δε σου ‘πα να πας; Απ’ τα πολλά φλουριά καλλιά ‘χω την Ευτέρπη μου!»

 

 

Γιάννης Λαμπράκης


O Γιάννης Γ. Λαμπράκης γεννήθηκε τον Απρίλη του '73, στην Ιεράπετρα Κρήτης. Σπούδασε και υπηρετεί τη Φυσική, μα τον κέρδισε και η Τέχνη. Γράφει, ζωγραφίζει, χορεύει. Για την ψυχή του και για τους ανθρώπους. Κι αν τον έμαθαν να εξηγεί πως δουλεύει η Φύση, πιο πολύ τον τραβά το ανεξήγητο. Αγαπά ακόμα τα παραμύθια κι ας μην είναι πια παιδί. Θα τον βρείτε να κάνει ποδήλατο στους δρόμους του Ηρακλείου...

Επισκεφθείτε το πρσωπικό του blog.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Η μπουκίτσα της ημέρας

 

 

 

Το ρολόι στη σοφίτα

 

 


Το τρομερό κέικ του Βρασίδα

 

 


Ένα βήμα πιο κοντά στο καλοκαίρι

 

 

 

Photo by Images_of_Money

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.