Το τρομερό κέικ του Βρασίδα

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

Ο Βρασίδας αποφάσισε πως ήταν πια καιρός να δοκιμάσει να πειραματιστεί σοβαρά με τη μαγειρική. Η αιτία ήταν πως σαν εργένης είχε βαρεθεί αφόρητα τη μονοτονία του εστιατορίου και το αμφιβόλου ποιότητας περιεχόμενο της κονσέρβας. Ποτέ η λαχταριστή λιχουδιά που φαίνεται έξω από το τσίγκινο κουτάκι δεν έχει σχέση με την φτωχή αποκάλυψη όταν αυτό ανοίγει. Η αφορμή ήταν ένα στοίχημα που έβαλε με φίλους: ότι θα κατάφερνε δηλαδή να γεμίσει μια κατσαρόλα, ένα ταψί ή ένα τηγάνι με κάτι αξιοπρεπώς φαγώσιμο, το οποίο και θα περνούσε από σκληρή κριτική μυρωδιάς και γεύσης.

Η έννοια του «σπιτικού φαγητού» του ήταν οικεία από τα θεσπέσια κρητικά πιάτα της μαμάς και τα κολασμένα μοσχομυριστά μικρασιάτικα της θείας Μελπωμένης. Του φαινόταν εντυπωσιακό, μια ιδιαίτερη γυναικεία ικανότητα, να μπορείς να αναμιγνύεις υλικά «με το μάτι» ή με τα τρία δάχτυλα του χεριού, να θυμάσαι σειρά προσθήκης, θερμοκρασία ψησίματος, σωστό σκεύος και φυσικά να γνωρίζεις όλα τα απαιτούμενα υλικά που θα ζητήσει το φαγητό ή το γλυκό σου. Από το πιο μεγάλο λάχανο μέχρι το πιο μικρούλι, ντελικάτο μπαχαρικό. Και φυσικά να έχεις φροντίσει εγκαίρως να τα προμηθευτείς. Θυμόταν μικρός τη θεία Μελπωμένη να πασπατεύει τις μελιτζάνες στο μανάβικο, να χτυπά τα καρπούζια, να χαϊδεύει το μαρούλι, να διαλέγει τα κρεμμύδια, να μυρίζει τις φούντες με τα πράσινα μυρωδικά και να περνά από κόσκινο πιπεριές και ντομάτες που στα δικά του μάτια έμοιαζαν όλες ίδιες, εκτός ίσως από το μήκος που είχαν τα κοτσάνια τους. Ήταν το μόνο χαρακτηριστικό που ήταν σε θέση να ξεχωρίσει εκείνος.

Είχε κάνει κάποιες απόπειρες στο παρελθόν, μα τα τηγανητά αυγά με το μπέικον, ή τα βρασμένα μακαρόνια σε κύβους δε μπορούν να νοηθούν ως επιτυχίες, πολύ περισσότερο δε εκείνη η φορά που επιχείρησε –σε μια στιγμή έκλαμψης– να αυγοκόψει το βρασμένο ρύζι και τελικά κατέληξε με ένα περίεργο πηχτό παρασκεύασμα με χοντρούς σβόλους να επιπλέουν στην επιφάνεια του, το οποίο τελικά κατάπιε ο παμφάγος νεροχύτης. Όσο για τη βραδιά που θέλησε να φτιάξει σάλτσα, προτιμούσε να μην τη σκέφτεται. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει κι έτρεχαν τόσο και για τόση ώρα από το καθάρισμα και το κόψιμο των κρεμμυδιών που το τσιγάρισμά τους κατέληξε μια καρβουνιασμένη κρούστα μέσα στο καυτό λάδι. Και δύο μέρες διαρκή αερισμό της γκαρσονιέρας υπό συνθήκες παγετού. Αυτή τη φορά όμως ήταν αποφασισμένος να κάνει σωστή και συστηματική δουλειά. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Είχε κι ένα στοίχημα να κερδίσει. Όσο για τον εφιάλτη του γεμάτου άπλυτα σκεύη νεροχύτη, θα προσπαθούσε να τον σπρώξει στο πίσω μέρος του μυαλού του, γιατί θα ήταν κακός σύμβουλος, ήταν σίγουρος.

Για αρκετή ώρα προβληματίστηκε σχετικά με το υποψήφιο πιάτο. Τουλάχιστον ένα αν κατάφερνε να φτιάξει θα ήταν ευτυχής. Δεν είχε αυταπάτες ότι θα σκάρωνε και «πρώτο» και «δεύτερο». Ένας παλιός θηριώδης Τσελεμεντές, γραμμένος στην καθαρεύουσα, δώρο της μακαρίτισσας της γιαγιάς του, ήταν γι αυτόν τόσο χρήσιμος και πρακτικός όσο θα ήταν για τη γιαγιά του ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής. Όπως κατέβηκε λοιπόν από το σκονισμένο ράφι, έτσι και ξανανέβηκε. Άρχισε έπειτα να ξεφυλλίζει με ζήλο ένα τετράδιο με συνταγές που του είχε καθαρογράψει η μητέρα του, από το οποίο όμως η ίδια είχε σκόπιμα παραλείψει «στρατηγικής σημασίας» λεπτομέρειες ώστε να θυμάται πάντα ο γιόκας της πως το φαγητό της μαμάς είναι αξεπέραστο και δύσκολο να αντιγραφεί. Και για να την παίρνει συχνά τηλέφωνο. Εκείνος, πεινασμένος φοιτητάκος, νέος και απαίδευτος εργένης ακόμα, δεν τολμούσε να αμφισβητήσει την αυθεντία της, κάτι που όμως ήταν εξίσου βολική σκέψη λόγω της τεμπελιάς του. Μα ο καιρός έχει γυρίσματα. Και τώρα ήταν ένα από αυτά…

Μάλλον φοβισμένος από την προηγούμενη τραυματική του εμπειρία με τα αλμυρά, προχώρησε στο κεφάλαιο «Τα γλυκά της μαμάς». Την προσοχή του κέντρισε η πρώτη σελίδα, με το πιο απλό –υποτίθεται– των γλυκών: το κέικ. Μαζί με τη λίστα των υλικών και την παράγραφο με τη διαδικασία υπήρχαν και δύο απλά σχέδια μιας φόρμας για κέικ, όπου η μητέρα του έδειχνε τη στάθμη του χυλού μέσα στη φόρμα, πριν από το ψήσιμο και στο άλλο τη στάθμη του έτοιμου, φουσκωμένου κέικ όταν αυτό έχει πια ψηθεί. Εντυπωσιάστηκε από τη διαφορά! Tο αφελέστατο και μαγειρικά επικίνδυνο μυαλό του φωτίστηκε από μια πανούργα, όσο και ματαιόδοξη ιδέα. Στην ιστορία της επιστήμης, σπουδαίες ανακαλύψεις είχαν προκύψει από απλές παρατηρήσεις, εύστοχες παραδοχές και τολμηρά πειράματα. Η μαγειρική φάνταζε στα μάτια του ολόκληρη επιστήμη, οπότε τι τον εμπόδιζε να φτιάξει το μεγαλύτερο, το πιο εντυπωσιακό κέικ που είχε η δει η παλιοπαρέα του;

Πήρε ευθύς ένα χάρακα και μέτρησε τη διαφορά στη στάθμη του άψητου χυλού με το ψημένο κέικ. Διάβασε ύστερα τα υλικά. Και τις ποσότητες των υλικών. Το αλεύρι, τη μαγιά, τα αυγά, το πορτοκάλι, το γάλα, τη ζάχαρη, το βούτυρο. Χρησιμοποιώντας απλή -όπως νόμιζε- μαθηματική λογική, αν πολλαπλασίαζε επί τέσσερις φορές (μία για κάθε φίλο του) το ύψος αυτό, λαμβάνοντας υπόψη και τη χωρητικότητα του μικρού του φούρνου, θα χρειαζόταν και τετραπλάσια ποσότητα υλικών ώστε να φτιάξει ένα τεράστιο αφράτο κέικ που θα το ζήλευε και ο καλύτερος ζαχαροπλάστης. Με βήμα ταχύ κατηφόρισε κατά το μπακάλικο της γειτονιάς. O κυρ Μανώλης απόρησε:

«Τι ‘ν όλ’ αυτά, Βρασίδα; Τι το θες μωρέ τόσο αλεύρι;»

«Ήρθ’ η μάνα μου, κυρ Μανώλη και θα φτιάξει πίτες και κουλούρια!»

 

Λίγη ώρα αργότερα, μία τεράστια λεκάνη είχε γεμίσει με παχύ χυλό που ο Βρασίδας ανακάτευε καταϊδρωμένος, αλλά με πάθος, με μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα, για την οποία ανέκαθεν αναρωτιόταν αν θα έβρισκε ποτέ κάποια χρήση. Κρατούσε με κόπο τη λεκάνη αγκαλιά και με την πλάτη γυρισμένη στο νεροχύτη και το τραπέζι του, που ήταν ο απόλυτος ορισμός του χάους. Τα πάντα ήταν πασπαλισμένα με αλεύρι και γλιστρούσαν από λιωμένο βούτυρο, ενώ ένα μικρό βουνό από τσόφλια αυγών διαλύθηκε τριγύρω, θύμα ενός γενναίου φταρνίσματος του Βρασίδα όταν η μύτη του διαμαρτυρήθηκε έντονα για την άσπρη σταρένια σκόνη που είχε πνίξει τον αέρα. Η καθαριότητα όμως δεν τον αφορούσε για την ώρα. Όταν το μαγικό μίγμα ήταν –κατά την κρίση του– έτοιμο, το άδειασε στο πιο μεγάλο ταψί που κατάφερε να βρει. Ένα συννεφάκι ανησυχίας πέρασε πάνω από το κεφάλι του καθώς είδε πως ακόμα και αυτό το τεράστιο ταψί ήταν σχεδόν ξέχειλο από χυλό. Φύσηξε το συννεφάκι να φύγει κι έκλεισε την πόρτα του φούρνου, όλο  προσμονή. Μόλις σαρανταπέντε λεπτά και εκατόν ογδόντα βαθμοί θερμοκρασίας τον χώριζαν από την επιτυχία. Η ξαφνική πείνα του ξεγελάστηκε προς στιγμήν αφού έγλυψε με βουλιμία την κουτάλα και τον πάτο της λεκάνης, όπως έκανε μικρός. Η κούρασή του όμως ήταν απερίγραπτη καθώς το ανακάτεμα τον είχε εξαντλήσει κυριολεκτικά. Σωριάστηκε κατάχαμα κι άνοιξε όσο μπορούσε τα ρουθούνια περιμένοντας τη μυρωδιά από το αποτέλεσμα των κόπων του να αρχίσει να δραπετεύει από το ζεστό φούρνο. Στη φαντασία του έφερνε εικόνες από κόσμο –ιδιαίτερα γυναίκες– να επευφημεί το κατόρθωμά του, με ασταμάτητα τρεχούμενα σάλια. Ούτε που κατάλαβε πότε έκλεισαν τα μάτια του. Μέσα στο σκοτάδι του φούρνου όμως, ένα τέρας είχε αρχίσει να γεννιέται και να δυναμώνει.

Ο Βρασίδας το κέρδισε το στοίχημα. Μα ήταν και η τελευταία φορά που ασχολήθηκε με τη ζαχαροπλαστική. Όπως και η τελευταία φορά που εμπιστεύθηκε τα μαθηματικά στη μαγειρική. Μαζί με τις επευφημίες προκάλεσε και ασταμάτητα γέλια. Πέντε λεπτά αφότου φύσηξε το συννεφάκι ανησυχίας απ’ το κεφάλι του, μια τεράστια, παλλόμενη, κίτρινη μάζα που φούσκωνε, έσπρωξε τη γυάλινη πόρτα του μικρού φούρνου και άρχισε να απλώνει τον όγκο της στις τρεις διαστάσεις της υποτυπώδους κουζίνας απλώνοντας μια όμορφη ευωδιά στο χώρο, ίσα για να ναρκώσει το υποψήφιο θύμα της. Ο Βρασίδας είχε φτιάξει το πιο μεγάλο και το πιο επικίνδυνο κέικ που είχε δει ποτέ ο ίδιος, η παλιοπαρέα του, η γειτονιά, ο κόσμος όλος! Ένας τεράστιος, ζεστός πύθωνας από αλεύρι και αυγά! Ήταν περίπου σαρανταπέντε λεπτά αφότου έπεσε σε λήθαργο, όταν κατάφερε πλαντάζοντας να ανοίξει μια τρύπα με την κουτάλα στο τεράστιο κέικ που τον είχε κυριολεκτικά καταπιεί, πριν προλάβει να κάνει αυτός το ίδιο.

Ελεύθερος πια, κάθισε ταραγμένος και παρατηρούσε το τέρας που είχε ο ίδιος με τα χέρια και τον ιδρώτα του φτιάξει, με την πεποίθηση σχεδόν ότι συνέχιζε να φουσκώνει, να πάλλεται και να τον απειλεί. Καλού κακού, κρατούσε ακόμα σφιχτά στη χούφτα του την ξύλινη κουτάλα. Και σαν πήγε η καρδιά του στη θέση της, μαζί με την παλιοπαρέα του κι όλη η γειτονιά το χάρηκε αυτό το κέικ, γελώντας με την καρδιά της σαν έμαθε τα κατορθώματα του μαθητευόμενου μάγου.

Έφαγα κι εγώ κομμάτι!

 


Γιάννης Λαμπράκης


O Γιάννης Γ. Λαμπράκης γεννήθηκε τον Απρίλη του '73, στην Ιεράπετρα Κρήτης. Σπούδασε και υπηρετεί τη Φυσική, μα τον κέρδισε και η Τέχνη. Γράφει, ζωγραφίζει, χορεύει. Για την ψυχή του και για τους ανθρώπους. Κι αν τον έμαθαν να εξηγεί πως δουλεύει η Φύση, πιο πολύ τον τραβά το ανεξήγητο. Αγαπά ακόμα τα παραμύθια κι ας μην είναι πια παιδί. Θα τον βρείτε να κάνει ποδήλατο στους δρόμους του Ηρακλείου...

Επισκεφθείτε το πρσωπικό του blog.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Χάντρες

 

 

Φρέσκο χιόνι

 

 

Ο Μπίλιας και οι βόλοι

 


Αγάπησα ένα μυρμήγκι. Γράφει ο Νικόλας Σμυρνάκης.

 

 

 

 

 

Photo by HansPama

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.