Ο Μπίλιας και οι βόλοι

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

Ο Μπίλιας ήταν αγαθός στο μυαλό, μα τον συμπαθούσα. Ήμασταν φίλοι από το σχολειό, μαζί στο θρανίο, μαζί και στο παιχνίδι. Η φύση δεν ήταν διόλου γενναιόδωρη μαζί του, καθώς ούτε με ιδιαίτερη ευφυΐα τον προίκισε, ούτε με ομορφιά. Μα ήταν ψυχούλα απ’ τις λίγες. Γιατί πάντα οι φτωχοί στο μυαλό είναι πλούσιοι στην καρδιά. Ίσως το μόνο στο οποίο κατάφερε να γίνει αρκετά καλός ήταν να παίζει με τους βόλους, γι’ αυτό και το παρατσούκλι.

Στο σχολειό με θαύμαζε και δεν έχανε την ευκαιρία να μου το λέει. Έλυνα τις ασκήσεις στην αριθμητική και τον άφηνα να αντιγράφει. Ιδρωμένος και ανήσυχος μήπως τα μάτια της δασκάλας καταλάβουν τη συνεργασία, με μια γκριμάτσα απορίας για τις πολύπλοκες για το φτωχό μυαλό του πράξεις, προσπαθούσε να με προλάβει στο γράψιμο. Κι όταν η δασκάλα τον εξέταζε στα ίδια πράγματα κι έμενε βουβός, η κατάληξη ήταν πάντα ένα οδυνηρό τράβηγμα του αυτιού, μια δυνατή φωνή και τιμωρία, όρθιος στη γωνιά της τάξης. Από τότε του καρφώθηκαν στη μνήμη τα ειρωνικά βλέμματα των παιδιών και μήτε μιλούσε, μήτε κι έπαιζε με κανένα.

Ήταν περήφανος που με είχε φίλο. Μα είχε κι άλλους; Moνάχα εγώ τον είχα πλησιάσει εκείνο το μεσημέρι που μια παρέα «προικισμένων» τον είχε σπρώξει, βρίζοντάς τον, στα χαλίκια. Για μέρες θρηνούσε το σακούλι με τους βόλους που του είχαν πάρει, κάτι που ποτέ δεν καταφέραμε να αποδείξουμε κι έτσι του ‘μεινε ένας πόνος στην καρδιά αβάσταχτος. Μήτε οι προσβολές, μήτε οι τιμωρίες του στοίχισαν τόσο, όσο εκείνο το κλεμμένο σακουλάκι με τους βόλους που αγόραζε ένα ένα για χρόνια με τα λεφτά που του ‘δινε ο πατριός του για κουλούρι.

Εκατό βόλους από γυαλί, από πλαστικό και μέταλλο. Μικρούς και μεγάλους, με ωραία έντονα χρώματα, «γαλατάδες» και «γκαζάκια». Ίσως να ‘ταν οι βόλοι η αιτία που του ‘χε μείνει για πάντα η συνήθεια να χτυπά συνεχώς τον αέρα, τινάζοντας τον αντίχειρα. Σαν να μη του ‘φταναν οι άλλες παραξενιές του…

Τα χρόνια πέρασαν κι εμείς μεγαλώσαμε. Μαζί, αχώριστοι. Η τύχη μου φέρθηκε καλά, πάλεψα όμως και πολύ κι έστησα ένα μικρό ξενοδοχείο, παντρεύτηκα μια όμορφη γυναίκα, έκανα παιδιά. Πήρα και τον Μπίλια στη δουλειά, να κουβαλά βαλίτσες και να κάνει θελήματα. Του ‘χα κι ένα δωμάτιο να μένει. Με ευγνωμονούσε και γι αυτό, μα πάνω απ’ όλα για το ότι με είχε φίλο. Τα απογεύματα κατεβαίναμε στο λιμάνι και πίναμε μπύρες καθισμένοι κατάχαμα, με τα πόδια να κρέμονται πάνω απ’ το νερό. Ο Μπίλιας έπινε μεγάλες γουλιές και σκαρφιζόταν παράξενες ιστορίες που με κάναν να γελώ. Για να το πω πιο σωστά, ξεκαρδιζόμουν γιατί έβλεπα και το δάχτυλο του να πετά φανταστικούς βόλους στον αέρα καθώς μιλούσε. Κι αυτός ο καημένος σαν μ’ έβλεπε να ξεκαρδίζομαι νόμιζε, θαρρείς, πως ήταν φοβερές οι ιστορίες του και ήταν τρισευτυχισμένος.

Μια μέρα μου ‘πε να βρεθούμε ξανά τ’ απόγευμα στο λιμάνι γιατί μου ‘χε μια έκπληξη. Ειλικρινά, δε θα ξεχάσω ποτέ τα μάτια του σαν μου το ‘λεγε και τη χαρά του. Ο αντίχειρας κυριολεκτικά πετούσε από την ταραχή. Περίμενα με ανυπομονησία να τελειώσει η βάρδια του για να βρεθούμε στο λιμάνι.

Έφτασα πρώτος χωρίς να το καταλάβω ότι ήταν τουλάχιστον μισή ώρα πριν από το ραντεβού. Κάποια στιγμή είδα το λεωφορείο να κατηφορίζει το δρόμο. Σταμάτησε με θόρυβο και ένα λεπτό μετά συνέχισε το δρόμο του αφήνοντας μπροστά μου την άδεια στάση και το Μπίλια να σηκώνει κάτι στον αέρα με βλέμμα θριάμβου! Έσκασα ένα απορημένο χαμόγελο προσπαθώντας να καταλάβω τι ακριβώς ήταν αυτό που κρατούσε. Ο Μπίλιας με φουσκωμένο θώρακα, το πιγούνι ψηλά, το βλέμμα ευθεία σε μένα έκανε ένα βήμα και κατέβηκε το πεζοδρόμιο για να διασχίσει το δρόμο. Με βηματισμό σχεδόν ρυθμικό, σαν σε παρέλαση και το …σακούλι(;) πάντα υψωμένο πάνω από το κεφάλι του πλησίαζε αργά και βασανιστικά.

Τέσσερις βαριές ρόδες στρίγγλισαν και το ξεφύσημα από τα φρένα του φορτηγού κόπηκε από ένα πνιχτό κρότο, καθώς το σώμα του πετάχτηκε με φόρα στην άσφαλτο, με τα κόκκαλα σπασμένα και το αίμα να τρέχει. Πάγωσα, κοκάλωσαν το πόδια καθώς η απελπισμένη κραυγή «Μπίλιααααααααααααααααα» έσκισε το λαιμό μου. Πετάχτηκα έντρομος μπροστά από το σταματημένο φορτηγό, όταν περαστικοί άρχισαν να μαζεύονται ανήσυχοι. Σήκωσα απαλά το κεφάλι του, ουρλιάζοντας στον κόσμο να καλέσει ασθενοφόρο. Στον καρπό του χεριού του ήταν σφιχτά δεμένο ένα σακούλι. Το έλυσα για να κυκλοφορήσει το αίμα, ειρωνική σκέψη αφού χοντρές στάλες έπεφταν απ’ το στόμα του στην άσφαλτο. Και μετά σκοτάδι…

Τα απογεύματα, πριν κατέβω στο λιμάνι, περνώ κι αφήνω λίγα λουλούδια στον τάφο του Μπίλια. Στα χέρια μου ξεψύχησε. Λίγοι τον έκλαψαν. Ίσως μόνο εγώ πραγματικά. Λίγο πριν κρύψουν για πάντα τον ήλιο απ’ τα κλειστά του μάτια, πήρα το παγωμένο άψυχο χέρι του και έδεσα ξανά στον καρπό το σκοινάκι από το σακούλι με τους εκατό βόλους. Αυτούς που μάζευε ξανά με λατρεία εδώ και καιρό από τα παλιατζίδικα και σημείωνε, όλο κρυφή συνωμοτική χαρά, με γραμμούλες σ’ ένα κομμάτι χαρτόνι. Να ‘χει να παίζει με τους αγγέλους σε λακκούβες από σύννεφα…

 

 


Γιάννης Λαμπράκης


O Γιάννης Γ. Λαμπράκης γεννήθηκε τον Απρίλη του '73, στην Ιεράπετρα Κρήτης. Σπούδασε και υπηρετεί τη Φυσική, μα τον κέρδισε και η Τέχνη. Γράφει, ζωγραφίζει, χορεύει. Για την ψυχή του και για τους ανθρώπους. Κι αν τον έμαθαν να εξηγεί πως δουλεύει η Φύση, πιο πολύ τον τραβά το ανεξήγητο. Αγαπά ακόμα τα παραμύθια κι ας μην είναι πια παιδί. Θα τον βρείτε να κάνει ποδήλατο στους δρόμους του Ηρακλείου...

Επισκεφθείτε το πρσωπικό του blog.

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

Χάντρες

 

 

Φρέσκο χιόνι

 

 

Το τρίκυκλο

 

 


Η στατιστική του έρωτα

 

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.