Χάντρες

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

Είναι κάποια μικρά στενά στην πόλη που δύσκολα τα πιάνει το μάτι σου, αν η τύχη δε σου χαϊδέψει το αυτί για να γυρίσεις το κεφάλι και να κοιτάξεις. Σ’ ένα τέτοιο στενό αδιέξοδο, ήταν σφηνωμένο ένα παλιό παλαιοπωλείο. «Παλιό» και «παλαιοπωλείο» ακούγεται ίσως πλεονασμός, μα αυτό ακριβώς ήταν. Θαρρείς κι αυτό το μαγαζί με αντίκες φτιάχτηκε πρώτο και γύρω γύρω του πλέχτηκε η υπόλοιπη γειτονιά…

Η επιθυμία να πατήσω το πλατύσκαλό του και να μπω ήταν ακαταμάχητη. Ανέκαθεν έβρισκα γοητευτικά τα παλαιοπωλεία. Είναι αυτό το μυστήριο της ορφανής περιουσίας που, κι αν δεν έχει αφέντη έχει πάνω της τα χνάρια από όλους τους παλιούς της αφέντες. Νομίζω πως ο αέρας που αναπνέεις σ’ αυτό το χώρο είναι γεμάτος ήχους, γέλια και κλάματα, ψιθύρους και ομιλίες και μια κοφτή λέξη να ακούγεται ξανά και ξανά, πότε με πνιχτό λυγμό και πότε με θαυμασμό και προσμονή: «Πόσο;». Απ’ όσο με βοηθά η μνήμη μου πρέπει να έχω μεταφέρει στο σπίτι χιλιάδες κόκκους σκόνης από παλαιοπωλεία, κολλημένες στις σόλες των παπουτσιών μου. Η σκέψη πως κάποιοι απ’ αυτούς του κόκκους ίσως φτιάχτηκαν στα βάθη της ιστορίας με κάνει να μην καθαρίζω διόλου οτιδήποτε κι αν έχω αγοράσει.

Σε κάποιο σκοτεινό ράφι είδα ένα μικρό ξύλινο κουτί, με τριμμένες ή φαγωμένες από ποντικό γωνίες. Το σήκωσα προσεκτικά στον αέρα, κάθετα για να μη χαλάσω το τετράγωνο αποτύπωμα πάνω στη σκόνη του ραφιού. Μέσα στο κουτί υπήρχε ένα κομπολόι.  Για την ακρίβεια, οι χάντρες από ένα κομπολόι. Μεγάλες χάντρες από αστραφτερό κεχριμπάρι. Πάνω σε κάθε μια ήταν σκαλισμένο κι ένα γράμμα, υποθέτω με την κόψη μαχαιριού. Το κομπολόι είχε βρει νέο αφέντη.

Στο σπίτι πια, με μια ασημένια αλυσίδα πάνω στο τραπέζι και το κουτί με τις χάντρες, είχα ένα γρίφο να λύσω. Να τις βάλω στη σωστή σειρά. Τυχαίο δεν είναι που ‘χαν γράμματα πάνω. Τα γράμματα δεν τα βάζεις αν δεν είναι για να φτιάξουν λέξεις και οι λέξεις δε στέκουν μόνες, αν νόημα δε βγάζουν. 26 χάντρες είχαν γράμματα κι οι 7 ήταν κενές. Τις άπλωσα στο τραπέζι κάτω απ’ τον ήλιο και τα μάτια μου και η ψυχή μου ζεστάθηκαν από ένα φως όλο μέλι. Κίτρινα φωτεινά σημάδια από γράμματα σε φόντο πορτοκαλί απλώθηκαν στο χώρο και το αίνιγμα μεταφέρθηκε στους τοίχους.

Έγραψα όλα τα γράμματα στο χαρτί κι άρχισα με ζήλο να κάνω συνδυασμούς με το μολύβι. Εύκολο να φτιάξεις λέξεις με σκόρπιους χαρακτήρες, μα δύσκολο να βρεις εκείνες ακριβώς που ‘χε το σπασμένο κομπολόι όταν το ‘χε στη χούφτα ο παλιός του αφέντης. Δεν άγγιξα ξανά τις απλωμένες χάντρες, παρά μόνο έγραφα ασταμάτητα. Μήτε η ώρα που είχε περάσει, μήτε το άδειο μου στομάχι με απασχολούσαν.

Καθώς ο ήλιος περπατούσε τραβώντας πίσω του τις σκιές, στενεύοντας και ξεχειλώνοντάς τες, έβλεπα τα κίτρινα γράμματα στους τοίχους να περπατούν κι αυτά. Πάντα στην ίδια αρχική τυχαία ομάδα με τη μυστική φράση κρυμμένη καλά από πίσω. Μικρά και μεγάλα χαρτάκια με λέξεις και φράσεις είχαν γεμίσει το τραπέζι και το πάτωμα, καθώς η νύχτα είχε πέσει με μια πανσέληνο για φανάρι.

Έγειρα το κεφάλι πάνω στα χέρια να κλείσω μια στιγμή τα κουρασμένα μου μάτια. Στους τοίχους τα γράμματα ήταν πάντα εκεί, μα τώρα με χρώματα πιο έντονα και ζωντανά γιατί το κίτρινο του φεγγαριού και το φόντο από μέλι ήταν απλωμένα στο μαύρο του σκοταδιού. Κοιμόμουν βαθιά, όταν ξάφνου οι χάντρες πάνω στο τραπέζι άρχισαν να κινούνται, μαζί και τα φεγγαροκίτρινα γράμματα στους τοίχους. Μια μια σέρνονταν και κολλούσαν στο πλάι της άλλης, φτιάχνοντας μια τακτοποιημένη σειρά μπροστά στην ασημένια αλυσίδα. Ποτέ δεν έμαθα ποιος ή τι μου στέρησε τη χαρά να λύσω το αίνιγμα, αν και η αλήθεια ήταν πως είχα αρχίσει να απογοητεύομαι, γιατί οι συνδυασμοί ήταν πολλοί. Εμβρόντητος από αυτό που αντίκριζα, ζαλισμένος, με βαρύ κεφάλι, χωρίς να ξέρω αν ακόμα κοιμάμαι, διάβαζα την κρυμμένη φράση, χωρίς να τολμώ να αγγίξω τις χάντρες που περίμεναν να πάρουν τη θέση τους στην αλυσίδα.

 

«ΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΘΑ ΖΩ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ»

 

 

Γιάννης Λαμπράκης


O Γιάννης Γ. Λαμπράκης γεννήθηκε τον Απρίλη του '73, στην Ιεράπετρα Κρήτης. Σπούδασε και υπηρετεί τη Φυσική, μα τον κέρδισε και η Τέχνη. Γράφει, ζωγραφίζει, χορεύει. Για την ψυχή του και για τους ανθρώπους. Κι αν τον έμαθαν να εξηγεί πως δουλεύει η Φύση, πιο πολύ τον τραβά το ανεξήγητο. Αγαπά ακόμα τα παραμύθια κι ας μην είναι πια παιδί. Θα τον βρείτε να κάνει ποδήλατο στους δρόμους του Ηρακλείου...

Επισκεφθείτε το πρσωπικό του blog.

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Αγάπησα ένα μυρμήγκι. Γράφει ο Νικόλας Σμυρνάκης.

 

 

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα

 

 


Η σωτήρια διάσωση

 

 

Αλμύρα

 

 

 

 

Photo by Laineys Repertoire

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.