Η σωτήρια διάσωση (Μέρος 1ο)

Από την Ευρυδίκη Αμανατίδου

Εμένα το σόι μου ήταν όλοι έμποροι από κούνια. Και παζάρια ξέρανε να κάνουνε, και να σου πουλάνε παπάδες! Θυμάμαι που ο παππούς μου, ξακουστός στην εποχή του, είχε κάποτε ένα τόπι ύφασμα στα αζήτητα. Πούλαγε όλα τα άλλα, αυτό όμως του έμενε πάντα στο ράφι, σαν ξεχασμένη μεγαλοκοπέλα. Μπαίνει μία στο μαγαζί, νεόπλουτη με μια μύτη να μέχρις εκεί πέρα. Το ένα δεν της έκανε, το άλλο τής ξίνιζε, το τρίτο τής βρώμαγε. Ο παππούς όλο και κατέβαζε τόπια, κι όλο και κοίταζε, δήθεν τυχαία, το τόπι το αραχνιασμένο. Περνάει η ώρα κι έχει απλώσει όλο το μαγαζί μπροστά της. «Μόνο αυτά έχεις καλέ;» ρωτάει αυτή. Ο παππούς κοιτάζει ξανά το τόπι, κουνάει το κεφάλι και, σαν να διστάζει τάχα μου, κάνει: «.Αυτά είναι όλα, κυρία Ευτέρπη μου». «Μα όλο εκεί πάνω κοιτάζεις! Αυτό το ύφασμα γιατί δε μου το έδειξες;» «Κάτσε τώρα και θα δεις!» σκέφτηκε ο παππούς. «Μα, είναι πολύ ακριβό αυτό το ύφασμα! Το φυλάω για εξαιρετικές περιπτώσεις. Καταλαβαίνετε, λόγω της τιμής του. Αλλά έχει μια αφή, μια ύφανση!» συνέχισε ονειροπόλα, «μεταξωτό από τα βάθη της Τουρκίας». Αλλάζει χίλια χρώματα η δύσκολη πελάτισσα. «Πώς; Το θέλω! Κατέβασέ το τώρα! Το παίρνω όλο!» Κι έτσι ο παππούς ξεφορτώθηκε το ύφασμα, μοσχοπουλώντας το.

 

Η σωτήρια διάσωση (Μέρος 2ο)

Από την Ευρυδίκη Αμανατίδου

Για να μη φλυαρώ και σας πιάσει άδικα πονοκέφαλος, μια παροιμία θα σας πω! Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και την κακή του ώρα! Οι δουλειές είχαν πάρει να ανοίγουν κι εγώ να ξεθαρρεύω. Με το που έφτανα πια σε μια παραλία, έπιανα να διαλαλώ το εμπόρευμά μου. Η απληστία όμως φίλοι μου, σε κάνει απρόσεκτο. Τις μπουγάδες τις είχα ρημάξει. Ο κόσμος κάτι άρχισε να ψυλλιάζεται. Πόσα ρούχα πια να χάθηκαν; Δε φύσαγε κιόλας, εδώ και δυο μέρες είχε άπνοια.
Κάποιος με είδε και με παρακολούθησε. Αυτό κατάλαβα, σαν είδα τους δυο αστυνομικούς στην παραλία να ρωτάνε κάτι τον τύπο με το αναψυκτήριο. Αυτός κούνησε το κεφάλι καταφατικά, κοίταξε δεξιά κι αριστερά κι έδειξε κατά τη μεριά μου. Οι αστυνομικοί, στην αρχή με το πάσο τους, μετά όλο και πιο βιαστικά, πλησίαζαν. Σωτηρία δεν υπήρχε! Βγάζω το παντελόνι, δίνω μια και πέφτω στη θάλασσα. Στο κολύμπι κανείς δεν με φτάνει, με γρήγορες απλωτές, ξεμάκρυνα. Οι αστυνομικοί έμειναν για λίγο να κοιτάζουν άπραγοι, μετά έβγαλαν τον ασύρματο, σίγουρα να ειδοποιήσουν για ενισχύσεις. Τι να έκανα; Θα πλάκωναν τα λιμενικά και θα μ’ έβγαζαν σηκωτό.

 
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.